Μια ιστορία

Ο Δήμος βγήκε από το σινεμά βαρύς και σκεφτικός. Η ταινία ήταν βαριά και για προβληματισμούς, αλλά δεν ήταν αυτό το θέμα. Βασικά, εντάξει, ήταν και αυτό γιατί λίγο- πολύ σε τελική ανάλυση η ταινία με ένα τρόπο και σε ένα ορισμένο βαθμό/ επίπεδο στόχευε το βασικό ζήτημα που τον απασχολούσε (δεν έβλεπε κάποια άμεση ή ιδιαίτερη σχέση με τα πρόσωπα και τις καταστάσεις της ταινίας απλά, το όλο κλίμα που έβγαινε από το φιλμ, ήταν σχετικά χαρακτηριστικό με ένα τρόπο γενικό). Είχε προσπαθήσει να δώσει ένα όνομα σε αυτό το κεφάλαιο σκέψεων/ ζητημάτων και στο παρελθόν, αλλά τον δυσκόλευε αυτή η διαδικασία.
Κάτι μέσα του του έλεγε "δεν χρειάζεται να ανησυχείς με βαφτίσια τέτοιου τύπου- δεν λύνει αυτή η κίνηση το πρόβλημα" και αυτός απαντούσε στο κάτι "ναι, το ξέρω αλλά φαίνεται να είναι μια καλή αρχή οπότε..."
Οπότε για να μην προβληματίζεται κανείς το έλεγε "αμπελοφιλοσοφίες για τη ζωή, γενικώς" αν και ήξεραν καλά και αυτός και το ομιλητικότατο σταρχιδίστικο κάτι ότι αυτό ήταν απλά υπεκφυγή που έκρυβε επιμελώς το σχεδόν ανομολόγητο και για αυτό παραλειπόμενο "ειδικώς".

Στο μυαλό του ξεπήδησε το το σάουντρακ της στιγμής της εξόδου του από το σινεμά. Ένα σάουντρακ ύποπτα αποκαλυπτικό για το "ειδικώς" αφού, πάλι, με τον ίδιο τρόπο (ή ίσως και μηχανισμό) της παράλειψης (μέσω αντιδιαστολής), υποδείκνυε πως ακόμα και αν ήθελε, δεν είχε κανέναν δίπλα του για να του σιγοτραγουδήσει το κομμάτι, ώστε να ενταχθεί και επίσημα ως σάουντρακ στη σκηνή. Άκυρη η επιλογή του σάουντρακ, λοιπόν, και για αυτό ακριβώς, κατάλληλη.

Σκηνή;;; Σάουντρακ;;; Ο Δήμος μισούσε τη σκηνοθεσία στη ζωή αλλά να που είχε αρχίσει και αυτός να βλέπει κάποια πράγματα εξωτερικά, σαν σκηνοθέτης. Κάπου είχε διαβάσει πως μια τέτοια συμπεριφορά μπορεί να οδηγήσει σε σχιζοφρένεια- αν δεν είναι ήδη δείγμα/ σύμπτωμα αυτής- σκέψη που με τη σειρά της τον τρέλαινε. Υπέροχος φαύλος κύκλος. Ό,τι πρέπει για ταινία.

Ο Δήμος ξεκίνησε να περπατάει αργά, σχεδόν μηχανικά, καπνίζοντας μια τράκα που έκανε (σχεδόν μηχανικά) αργά και ελαφρώς απολαυστικά. Στη διαδρομή του συνάντησε διάφορα που τα παρατηρούσε επιφανειακά, λες και δε βρισκόντουσαν στον ίδιο χώρο αυτός και αυτά τα διάφορα ώσπου βρέθηκε μπροστά σε ένα τεράστιο κεκλιμένο τοίχο. Ήξερε πως αυτός ο τοίχος τον χώριζε από ένα πελώριο και πανέμορφο κήπο. Στο παρελθόν, πήγαινε συχνά σε αυτό τον κήπο για άραγμα όμως πρώτη φορά καταλάβαινε τη μεγάλη υψομετρική διαφορά που έχει ο κήπος (σε σχέση με το πεζοδρόμιο) από αυτή την πίσω πλευρά του, με την πλευρά της εισόδου, κάπως μακριά από εκεί που βρισκόταν. Θέλησε να πάει να χαλαρώσει λίγο στον κήπο αλλά βαριόταν να κάνει τον κύκλο. Αν μπορούσε απλά να βρεθεί μέσα, χωρίς πολλά- πολλά; Μόνο εμπόδιο αυτός ο κεκλιμένος τοίχος.

Αυτόματα και εντελώς ξαφνικά ο Δήμος θυμήθηκε ένα απόγευμα όταν αυτός ήταν τεσσάρων χρονών με τον πατέρα του, σε ένα άλλο κήπο, στην πόλη που γεννήθηκε. Ο Δήμος ήθελε να μπει να παίξει στην άδεια λίμνη (που συνήθως, κλασικά, όταν ήταν γεμάτη, φιλοξενούσε πάπιες). Ο πατέρας του αφού το σκέφτηκε λίγο, του είπε εντάξει και τον βοήθησε να περάσει το προστατευτικό κάγκελο και έτσι ο Δήμος, κατεβαίνοντας τον κεκλιμένο τοίχο που έκανε τη λίμνη να βυθίζεται στο χώρο, βρέθηκε στο βυθό της άδειας λίμνης.
Έπαιζε και έτρεχε για πολύ ώρα και ο πατέρας του τον κοιτούσε και τον χαιρετούσε και του χαμογελούσε μέχρι που ο Δήμος κουράστηκε και είπε να βγει έξω. Δεν είχε προλάβει καν να συνειδητοποιήσει αυτή του τη διάθεση και είχε ήδη αντιληφθεί το ανέφικτο της υπόθεσης. Ήταν εύκολο να κατέβει τον τοίχο πριν αλλά τώρα ο τοίχος ήταν απλά υπερβολικά μεγάλος για να τα καταφέρει. Η έξοδος χωρίς τη βοήθεια του πατέρα του δεν υπήρχε περίπτωση να συμβεί. Ο Δήμος είπε ένα "έλα να με βγάλεις" στον πατέρα του αλλά εκείνος χαμογελαστός του αρνήθηκε. Ο Δήμος το πήρε για αστειάκι και του το ξαναείπε. Η στάση του πατέρα του όμως ήταν η ίδια μυστηριώδης και εξαιρετικά τρομακτική στάση. Ειδικότερα, απόρριψη με την απόρριψη ο Δήμος αισθανόταν να χάνεται ο κόσμος γύρω του. Έβαλε τα κλάματα και φώναζε, ζητούσε βοήθεια για να βγει με κάθε πιθανό συνδυασμό λέξεων, με παρακάλια και με (προσπάθειες για)... απειλές και βρισιές (γιατί πόσο καλά κατέχει τέτοια μέσα ένα παιδί;). Ο πατέρας του όμως δεν άλλαζε στάση. Του απαντούσε αρνητικά χαμογελώντας. Όταν ο Δήμος ένιωσε ότι η κατάσταση ήταν παράξενη γιατί ο πατέρας του ούτε τον βοηθούσε ούτε τον παρατούσε και είχε κουραστεί πια να κλαίει και να φωνάζει, σκούπισε τα κλάματα και τις σχετικές μύξες από το πρόσωπό του και ρώτησε τον πατέρα του: "γιατί δε με βοηθάς;". "Γιατί εσύ ήθελες να μπεις. Θα έπρεπε να έχεις υπολογίσει και το πως θα μπεις και το πως θα βγεις, χωρίς τη βοήθειά μου.", είπε ο πατέρας. "Ωραία, άλλη φορά θα το φροντίζω. Τώρα όμως πως θα βγω;" ρώτησε ο Δήμος ήρεμος και σοβαρός, έχοντας αρχίσει να καταλαβαίνει. "Πως βγαίνουν οι άλλοι άνθρωποι από εκεί μέσα;" ρώτησε ο πατέρας. Ο Δήμος τότε παρατήρησε πως τα παιδιά της ηλικίας του, με τα οποία έπαιζε προηγουμένως, τα έβαζαν και τα έβγαζαν στη λίμνη οι γονείς τους και τα είχαν συνέχεια από κοντά. Ωστόσο, τότε παρατήρησε πως υπήρχαν και άλλα παιδιά στη λίμνη, κάποια χρόνια μεγαλύτερα, που έβγαιναν από αυτή τη σταδιακά αποδομούμενη φυλακή (όπως άρχισε να φαντάζει η κατάσταση στο μυαλό του Δήμου) με ένα εκπληκτικό, θεαματικό τρόπο. Δεν έτρεχαν "καρφί" καταπάνω στον τοίχο (όπως έκανε εκείνος ανεπιτυχώς προηγουμένως), αλλά έτρεχαν σχεδόν παράλληλα σε αυτόν αρχικά, ενώ σταδιακά άλλαζαν τη γωνία τους, με αποτέλεσμα να τρέχουν κάθετα στην κεκλιμένη επιφάνεια και να φεύγουν από αυτή, βγαίνοντας από τη λίμνη σε σχεδόν παράλληλη θέση όπως όταν ξεκινούσαν, έχοντας, φυσικά, διαγράψει μια ορισμένη "τροχιά" σε αυτή την επιφάνεια. Μάλιστα, τα μεγαλύτερα παιδιά είχαν ως κύριο παιχνίδι τους αυτό το πράγμα.
Ο Δήμος χωρίς να αναρωτηθεί ούτε στιγμή αν μπορεί να τα καταφέρει, έκανε το ίδιο και βγήκε άνετα από τη λίμνη. Γύρισε, χαμογέλασε στον πατέρα του, ξαναμπήκε μέσα και άρχισε να κάνει αυτή την ίδια διαδικασία ξανά και ξανά ξετρελαμένος με αυτό το απίθανο μαγικό. Κάθε φορά ένιωθε το σώμα του πιο δυνατό και καταλάβαινε καλύτερα με το μυαλό και το σώμα του πως "δούλευε" αυτό το πράγμα. Το κατακτούσε. Γινόταν όλο και καλύτερος. Όταν ικανοποιήθηκε και κουράστηκε επαρκώς, βγήκε οριστικά και έφυγαν με τον πατέρα του χαρούμενοι από τη λίμνη.
Στην επιστροφή σπίτι ο Δήμος κατάλαβε πως εκείνη τη μέρα έμαθε, πέρα από τα όσα συνειδητοποίησε πριν σε όλη την προηγούμενη διαδικσία, ένα ακόμα πράγμα. Δεν υπάρχουν "μη αντιστρεπτές" και "αντιστρεπτές" διεργασίες. Οι διεργασίες είναι και τα δύο ακριβώς επειδή είναι διεργασίες. Και στο βαθμό που περνάει από το χέρι του, το αποτέλεσμα δε θα είναι ποτέ ξανά δεδομένο.
Φυσικά, όλα αυτά πήραν χρόνια στο Δήμο να μπορέσει να τα ντύσει με λέξεις. Απλά τα ένιωθε εμπειρικά, βιωματικά σαν γενική γνώση, σαν γενικούς κανόνες.

Προσπέρασε το οικοδομικό τετράγωνο του κήπου με μια διάθεση αλλιώτικη πια. Δεν έβλεπε μπροστά του πλέον αποτελέσματα αλλά μόνο διεργασίες και, πράγματι, πολλά έπαιζαν, πολλά μπορούσε να κάνει, να μεταβολίσει, να αλλάξει. Τι θα μπορούσε να τον περιορίσει;

Πέταξε το τσιγάρο του, δεν το πάτησε για να το σβήσει και πήγε μια βόλτα, έκανε μερικά τηλέφωνα, χτύπησε μερικά κουδούνια και είδε ότι, γενικά- αλλά και ειδικά, η κατάσταση ήταν καλή. Πολύ καλή.

Ξανά χαζοί

(τελικά θα ξαναγράφω σε αυτό το πράγμα, το έχω πιο πολύ ανάγκη από ότι μπορούσα να περιμένω- ασχολίαστη αυτή η παπάρια μου- γενικά μιλάω, αλλά οκ, χέστηκα- όπως όλοι άλλωστε.)

Ο Τάσος περίμενε πως και πως την Ημέρα. Μετρούσε τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα, φανταζόταν τη στιγμή και έμοιαζε να μπορεί να ελέγχει τα πάντα- αρκεί να μην χρειαζόταν να προφέρει/ σκεφτεί ένα με δύο ονόματα και μερικές συγκεκριμένες φράσεις- εικόνες. Είχε προετοιμάσει καλά τα νυστέρια του λόγου που αντιστοιχούσαν στην "εγχείρηση" και ένιωθε έτοιμος για το μεγάλο "ιατρικό" συμβάν. Σκέφτηκε ακόμα και να γράψει ένα κείμενο σαν φοιτητάκος συνδικαλιστής για να το έχει μπροστά του όσο μιλάει ή για να το μάθει μαλακωδώς απέξω, για να μη χάσει τον ειρμό του/ για να μη βγει εκτός θέματος, αλλά σκέφτηκε ότι πράξεις σαν και αυτές χαλάνε την πιάτσα και- που να πάρει ο διάολας- η πιάτσα είναι πιο σημαντική από τον εαυτούλη του (δεν μπορούσε να το δικαιολογήσει αυτό το συγκεκριμένο, αλλά το ζούσε- άλλωστε τα δυο τελευταία πράγματα που ήθελε ήταν να θυμίζει συνδικαλιστάκο- και ας μην υπήρχε κανείς τριγύρω για να τον παρατηρήσει- και να είναι δέσμιος λέξεων που αράζουν σε ένα κομμάτι χαρτί- ακόμα και αν τις έβαλε αυτός εκεί).
Έβαλε 4 δάχτυλα σπιτικό λικέρ καφέ (από το μπουκάλι που ευνοεί το μεθύσι με μικρή ποσότητα αυτού του θολού, γλυκού, μυρωδάτου υγρού), άναψε μια πίπα προγονική (ευχόταν να είχε και ένα τζάκι- το θερμόμετρο στο δωμάτιο έγραφε 7.5 βαθμούς Κελσίου) παραγεμισμένη με κάποιον προπέρσινο καπνό που βρομούσε πριν καλά καλά τον ανάψεις και πήρε ύφος σοφού αρχαίου βασιλιά.
Έβαλε μουσική, σκέφτηκε "έπαιξα το παιχνίδι σας με τους κανόνες μου, βαδίζω σωστά το λάθος δρόμο- αστοδιάολακουφάλες χαχα", χαμογέλασε με το επικείμενο νταχντιρντί και έψαξε να βρει ένα τρόπο να "περάσει απέναντι" και απόψε. Κάθε φορά που έμενε τέτοιες ώρες ξύπνιος και τον έτρωγε κάτι με δημιουργικό (και κατά συνέπεια αυτοκαταστροφικό) τρόπο ένιωθε σαν να μπαίνει σε τούνελ ελπίζοντας, μέχρι να κοιμηθεί, να έχει κάνει ένα βήμα ακόμα πιο κοντά στο να βγει απέναντι. Ωστόσο, ο φλύαρος τρόπος του τον δυνάστευε.
Οι περισσότερες από αυτές τις σκέψεις, του έρχονταν σε συνδυασμό με την Ημέρα και το πρόσωπο που κυριαρχούσε σε αυτή. Θα κατάφερνε να κάνει ένα βήμα ακόμα; Θα έπαιρνε το "πρόσωπο" στο αφηρημένο και μαγικό ταξίδι του;
Ο Τάσος- δέσμιος νοημάτων και πολέμιος λέξεων- χαμογέλασε με πίκρα λες και έπινε/ έφτυνε βιτριόλι. Ήξερε καλά πως κάποια πράγματα- ειδικά αυτής της κατηγορίας (ένα ανερμήνευτο ανακάτεμα από πρόσωπα, έργα, λόγια και σκέψεις)- έχουν πολύ περίεργη και ακαθόριστη ημερομηνία λήξης, ήταν όμως έτοιμος να παλέψει ενάντια στην ιδιαίτερη αυτή επιστήμη και τον τρόπο με τον οποίο αυτή έκανε να αναγράφονται αυτού του τύπου οι ημερομηνίες σε ότι έβλεπε γύρω του.
Η συμπεριφορά του με βάση αυτές τις σκέψεις είχε αλλάξει. Πλέον είχε γίνει γνωστός στην "πιάτσα" ως ο "Τάσος Επίθετο των μετά τις 05:00" γιατί μπορούσε να εκφράζεται με επιτυχία και συνέπεια μόνο μετά τις 05:00 (και μια κάποια ποσότητα αλκοόλ, αλλά αυτό δεν το έλεγε κανείς -από ευαισθησία(;) ).
Προσπάθησε να δει τα πράγματα αντικειμενικά αλλά κάτι τέτοια ήταν για όσους είχαν χάσει το παιχνίδι και άκουγαν τη λέξη "εγωισμός" σαν ανίατη και ανόητη ασθένεια. Μέσα σε σκέψεις σαν και αυτές, ο Τάσος ένιωσε πως η Ημέρα (και πολλές- αν όχι όλες- οι όμοιές της) είναι και στο χέρι του. Κλώτσησε το πάτωμα γελώντας δυνατά και ξαναγέμισε το ποτήρι του τραβώντας μια ακόμα ρουφηξιά, σκεπτόμενος  πως δεν χρειάζεται να το παρακάνει με μερικά πράγματα.
Στο βαθμό που περνάει από το χέρι του, θα το αφήσει στην τύχη και την αναγκαιότητα να κάνουν τη δουλειά τους. Και κάπως έτσι κοιμήθηκε (αν)ήσυχος γύρω στις 08:00 με μια βεβαιότητα πως όλα πάνε όπως πρέπει- ούτε καλά ούτε άσχημα, δηλαδή.

Αυτό το ιστολόγιο...

τελείωσε. Έπαιξε το ρόλο του. Φεύγω τώρα, ήρθε η ώρα- και ίσως- να τα ξαναπούμε...

(αλλά προφανώς όχι από εδώ μέσα).

Μερικώς Αυτοβιογραφικό. ΧΑΧΑΧΑ

Ο καφές αργούσε να γίνει. Ο φίλος που θα έφερνε τα τσιγάρα αργούσε να έρθει. Το τηλέφωνο -φυσικά- δεν χτυπούσε ούτε απόψε. Έβαλε ραδιόφωνο- παλιές μπλουζ και ροκ επιτυχίες- και άραξε στην καρέκλα του γραφείου. Ήξερε καλά πως έπρεπε να λογοδοτήσει στον εαυτό του και για τη σημερινή αναβολή. Να λογοδοτήσει- όχι να δικαιολογηθεί. Και αυτή η αναβολή δεν αποτελούσε ένα ακόμα μεμονωμένο περιστατικό. Ερχόταν να προστεθεί σε ένα μεγάλο τσουβάλι από μέρες- κουράδες. Όλα αυτά ήταν πολύ κουραστικά και πολύ αγχωτικά. "Τι χάλια είναι πάλι τώρα αυτά;" αναρωτήθηκε βουβά αυτοανακρινόμενος- χωρίς να ωστόσο να χρωματίζει τη φράση με κάποιον ιδιαίτερο τρόπο. Το πράγμα είχε αρχίσει να σαπίζει και ο ζεστός και υγρός αέρας του δωματίου είχε αρχίσει να μυρίζει πάλι φρέσκια παραίτηση. Και συσσωρευμένες μέρες- κουράδες. Μόνο που αυτό, αυτή τη φορά, δεν θα γινόταν αποδεκτό ατάραχα. Ξαφνικά με μια κίνηση τράβηξε ένα κομμάτι χαρτί από το χάος που επέπλεε στροβιλιζόμενο στο γραφείο και άρχισε να σημειώνει τις λέξεις που θα έδιναν- όταν καταλάγιαζε η μάχη στο κεφάλι του- σχήμα στις πιο εσωτερικές του αγωνίες. "Τραβάω το καζανάκι του μυαλού μου" σκέφτηκε.

-Τι έγινε ρε μαλάκα; Πάλι γράφεις μαλακίες εκεί; Τι σκατά έχεις πάθει και πετάς το χρόνο σου έτσι;
-Κάτσε λίγο μωρέ μαλάκα μου τώρα. Να κλείσω δυο γαμημένες φράσεις, να μην ξεχάσω τι ήθελα να πω.
-Ρε φίλε, αυτή τη φορά, πραγματικά θέλω να δω τι γράφεις.
-Ναι ρε, εντάξει. Τα τσιγάρα τα έφερες;
-Ναι. Έχεις καφέ;
-Δεν ξέρω, δες.
-Τι σκατά εννοείς δεν ξέρεις ρε μαλάκα; Έβαλες;
-Εννοώ δεν ξέρω αν έχει γίνει ρε μαλάκα.
-"Ήξερε καλά πως έπρεπε να λογοδοτήσει στον εαυτό του και για τη σημερινή αναβολή. Να λογοδοτήσει- όχι να δικαιολογηθεί. Και αυτή η αναβολή δεν αποτελούσε ένα ακόμα μεμονωμένο περιστατικό. Ερχόταν να προστεθεί σε ένα μεγάλο τσουβάλι από μέρες- κουράδες."

Παύση.

-Σκατά γράφεις.
-Το ξέρω. Χέστηκα.
-Ε, τι γράφεις τότε.
-Έτσι για ξεκάβλωμα και εξάσκηση.
-Μαλακίες είναι αυτά.
-Το ξέρω λέμε ρε μαλάκα.
-Δε σε καταλαβαίνω ρε φίλε.
-Στα αρχίδια μου ρε φίλε. Ξεκάβλωμα λέμε, εντάξει; Τι δεν καταλαβαίνεις και τι σε νοιάζει κιόλας;
-Σπαταλάς χρόνο και αυτό με αφορά και εμένα φιλαράκο.






-Λοιπόν;
-Εντάξει, δεν μιλάω έτσι εγώ.
-Επειδή οι χαρακτήρες έχουν τα ονόματά μας, δεν σημαίνει ότι είμαστε εμείς.
-Ρε μαλάκα δεν έχεις βάλει μόνο εμάς. Όλους τους έβαλες και έχεις βάλει και περιγραφές. Κάνει μπαμ για παράδειγμα ότι αυτοί οι δυο είμαστε εμείς.
-Εντάξει έχει στοιχεία. Βαριόμουν να επινοήσω χαρακτήρες και αποφάσισα να διαμορφώσω αυτούς που έχω εύκαιρους.
-Τι στοιχεία ρε; Το έχεις γαμήσει. Και εγώ δε μιλάω έτσι.
-Ούτε εγώ ρε φιλέ δεν είναι αυτό το θέμα μας εδώ. Πως σου φαίνεται;
-Εντάξει. Ξέρω 'γω, θα πρέπει να το ξαναδιαβάσω κάποια στιγμή λίγο μόνος μου.
-Σαν πρώτη εικόνα;
-Οι λέξεις. Το λεξιλόγιο. Είναι λάθος. Δεν μιλάμε έτσι εμείς ρε. Και μερικές λέξεις σου λέω γενικά είναι παράξενες. "Αυτοανακρινόμενος", "επέπλεε στροβιλιζόμενο"... Το παρακάνεις. Και τι μαλακία αρχή είναι αυτή; "Ο καφές αργούσε να γίνει". Και πολλά "μαλάκα" έχεις βάλει. Δεν μιλάω έτσι εγώ.
-Ναι, το ξέρω, το είπαμε, δεν με νοιάζει. Δεν είσαι εσύ αυτός και δεν είναι αυτό το θέμα μας. Και έχω λόγο που τα γράφω έτσι. Αφορά την πλοκή γενικότερα αλλά παίζουν και συμβολισμοί.
-Συμβολισμοί και μαλακίες... Τι θα γίνει παρακάτω;
-Δεν ξέρω, δεν το έχω σκεφτεί καλά. Μάλλον θα σκοτώσει ο δικός μου τον δικό σου και θα το βάλει σαν υπονοούμενο στο κείμενο που και καλά γράφει στο μπλογκ. Θα το κάνω αστυνομικό το στυλ. Θα τον κυνηγάνε μπάτσοι και θα προσπαθεί να ξεφύγει και θα έχει τρεχαλητό, γενικά.
-Γιατί να με σκοτώσεις;
-Δεν ξέρω, δεν το έχω σκεφτεί ακόμα. Για να γίνει το σκηνικό με τους μπάτσους και το τρεχαλητό.
-Ναι, εννοώ ποιο είναι το κίνητρο;
-Αυτό είναι καλό κίνητρο.
-Δηλαδή θα τον κάνεις ψυχάκια τον δικό σου τον τύπο. Βαρετό θα είναι.
-Θα δείξει. Πάμε τώρα να κάνουμε τίποτα άλλο; Βαρέθηκα και εγώ. Συνεχίζω αύριο.
-Πάμε. Αλλά θα βγάλεις τα ονόματά μας.
-Καλά, θα δούμε. Έχεις φωτιά;


Βγήκαμε έξω στο δρόμο και εγώ σκεφτόμουνα ότι λίγος φρέσκος αέρας κάνει πάντα καλό. Ειδικά άμα σου έχουν συσσωρευτεί πολλές μέρες- κουράδες.

Ένα τσιγάρο για καληνύχτα.

Δεν ξέρω τι ακριβώς ζητάω και από ποιον τις νύχτες που σε σκέφτομαι. Απλά βηματίζω με σακατεμένο αυτοέλεγχο. Συνήθως, αυτές τις νύχτες, το μυαλό μου είναι τόσο βυθισμένο σε σκέψεις για εσένα που κάθε άλλη λειτουργία συμβαίνει μηχανικά. Ανυπόστατα χαμόγελα από ημιγνώριμα πρόσωπα. Σταματάω σε ένα απόμερο σημείο κοντά στη θάλασσα και βγάζω τη φυσαρμόνικα. Παίζω για λίγο και έχω την αίσθηση πως βλάπτω κάποιον. Ζητάω συγγνώμη στο σκοτάδι και σταματάω. Μετά βγάζω την παλιά φωτογραφική και τραβάω κάτι λίγο στραβά, χωρίς φλας, προσπαθώντας να βρω σε ποια ανάμνησή μου αντιστοιχεί. Συνεχίζω να περπατάω ενώ όλα γύρω μου μοιάζουν να έχουν αποκτήσει μια επιταχυνόμενη ικανότητα κίνησης. Ίσως να είμαι εγώ που επιβραδύνω. Αλλά αυτό δεν έχει και μεγάλη σημασία. Φτάνω κοντά στο σπίτι σου. Αγοράζω ένα πακέτο τσιγάρα και υπόσχομαι πως είναι το τελευταίο. Παρατηρώ το φως που τσουλάει από το τζάμι του δωματίου σου στη χοντροκομμένη υγρασία ακροβατώντας νωχελικά στο κενό. Ανάβω ένα τσιγάρο και προσπαθώ να κάνω τη νύχτα να με καταπιεί. Καπνίζω και κάνω πως λύνω με το νου μου ένα πρόβλημα τύπου "λογιστήριο". Δεν υπάρχει κανένας τριγύρω. Δεν ξέρω ποιον θέλω να ξεγελάσω. Αφήνω την τελευταία τζούρα να γλιστρήσει από τα πνευμόνια μου και να ανακατευτεί με τον πυκνό αέρα. Σβήνω το τσιγάρο στη μέση του δρόμου πατώντας το όσο πιο απαλά μπορώ. Ψιθυρίζω ένα "καληνύχτα" και φεύγω. Στον πρώτο μεγάλο πράσινο κάδο πετάω το πακέτο και πάω να ξεκουραστώ σε κάποια σκαλοπάτια μέχρι να έρθει το πρώτο πρωινό λεωφορείο. Το πρωί σπαράζει στα αυτιά μου και εκλιπαρεί για βοήθεια. Πίνω ανενόχλητος τον πρώτο πρωινό καφέ μου σαν να είναι ένα ακόμα ποτήρι ουΐσκι από τα τόσα που ήπια μονολογώντας. Δε φταίει κανείς. Απλά ήμασταν μικροί. Τα εξηγεί αρκετά καλύτερα το τραγούδι...
Έφυγε από το σπίτι της έχοντας στο μυαλό του πολλά. Δεν ήταν δυστυχισμένος. Δεν είχε τέτοιου είδους προνόμια. Απλά λιγάκι στριμωγμένος από διάφορες (και για πολλούς ίσως αδιάφορες) σκέψεις. Ήταν πολύ αργά και η γνωστή- άγνωστη πόλη ήταν απλά άδεια. Άδεια με ένα τρόπο που θα χαρακτήριζες μεθυστικό. Ένιωθες ελεύθερος να περπατήσεις όπως θέλεις, να αράξεις όπου γουστάρεις, να φωνάξεις δυνατά για να ξυπνήσεις τους πιο αγαπημένους σου νεκρούς ή -στη χειρότερη- τα φαντάσματα της διπλανής πολυκατοικίας.
Ένα απαλό κρύο αεράκι, τον έκανε να νοιώθει ακόμα πιο ελεύθερο, ακόμα πιο δημιουργικό. Έστριψε σε ένα στενό που δεν είχε ξαναπερπατήσει. Δεν πρόλαβε να κάνει λίγα βήματα και ένας παράξενος φόβος τον κυρίευσε. Ένας φόβος που είχε πιο πολύ να κάνει με την ισχύουσα αντίληψη περί της πεπατημένης, γενικώς.
Όλα τα "μη", τα "πρόσεχε", που ακούει κανείς όταν θέλει να κολυμπήσει πιο βαθιά στη θάλασσα, στη νύχτα, στη ζωή, έρχεται η στιγμή που ξεχύνονται από μέσα του σαν άγρια σκυλιά και προσπαθούν να τον σύρουν πίσω στο ίδιο μίζερο και εξαντλητικά βαρετό μονοπάτι, που κάποιοι μοιάζουν να λατρεύουν ακριβώς για τους ίδιους λόγους που κάποιοι άλλοι -λιγότεροι- το απεχθάνονται.
Σκέφτηκε πως μάλλον δεν ήταν η μέρα να τα βάλει με αυτό το συναίσθημα. Καθώς έστριβε προς τα πίσω, αφήνοντας το σοκάκι είδε τη σελήνη. Η παράξενα ολόλευκη λάμψη της κόντρα στον κατάμαυρο ουρανό του θύμισε πως κάποια πράγματα καλό είναι να τα αντιμετωπίζεις στη λογική άσπρο-μαύρο. Πως δεν πειράζει αν φοβάσαι. Πειράζει αν είσαι δειλός. Και πως έπρεπε, εκείνη την ώρα απαραίτητα, να διαλέξει αν είναι δειλός ή όχι. Άσπρο ή μαύρο. Η αίσθηση ότι η πόλη του άνηκε ξαφνικά γιγαντώθηκε και τον τύλιξε. Χαμογέλασε στην ολόλευκη, παγωμένη αγάπη του και αποφάσισε πως κάθε φορά που θα νιώθει για κάποιο λόγο κάποιο φόβο, θα τον αντιμετωπίζει. Γύρισε την πλάτη του στη σελήνη και προχώρησε μέσα στη νύχτα κόντρα σε αυτά που τον ήθελαν μικρότερο από όσα μπορούσε να γίνει.
Και η σελήνη του χαμογέλασε και αυτή.